Ο αγροτικός πληθυσμός στη χώρα μας χαρακτηρίζεται διαχρονικά από έντονη δημογραφική γήρανση, γεγονός που συνιστά μία από τις σημαντικότερες διαρθρωτικές αδυναμίες του πρωτογενούς τομέα. Η έλλειψη ανανέωσης των γενεών δεν απειλεί μόνο τη βιωσιμότητα της αγροτικής παραγωγής, αλλά και την επισιτιστική ασφάλεια, τη διατήρηση της υπαίθρου και την ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη. Καθίσταται, επομένως, επιτακτική η ανάγκη διαμόρφωσης ενός ολοκληρωμένου πλαισίου πολιτικών που θα καταστήσει την αγροτική δραστηριότητα ελκυστική και βιώσιμη επιλογή για τους νέους.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν απαιτείται η προσέλκυση νέων
στον αγροτικό τομέα, αλλά πώς αυτή μπορεί να επιτευχθεί με ρεαλιστικό και
αποτελεσματικό τρόπο. Κεντρικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια διαδραματίζουν τα
οικονομικά κίνητρα, τα οποία μπορούν να δοθούν είτε μέσω του εθνικού
προϋπολογισμού είτε μέσω ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων. Η ενισχυμένη
εισοδηματική στήριξη για νέους αγρότες, σε συνδυασμό με στοχευμένες επιδοτήσεις
επενδύσεων εκκίνησης, μπορεί να λειτουργήσει ως βασικός μηχανισμός μείωσης του
αρχικού ρίσκου και ενθάρρυνσης της επιχειρηματικής δραστηριότητας στον
πρωτογενή τομέα.
Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία έχει η πρόσβαση των νέων
αγροτών σε παραγωγικούς συντελεστές, και ειδικότερα στη γη. Η αξιοποίηση
δημόσιας αγροτικής γης, μέσω μακροχρόνιας μίσθωσης με συμβολικό ή χαμηλό
αντίτιμο, θα μπορούσε να αποτελέσει ουσιαστικό εργαλείο διευκόλυνσης της
εισόδου νέων ανθρώπων στην αγροτική παραγωγή, μειώνοντας σημαντικά το κόστος
εγκατάστασης και επιτρέποντας την ταχύτερη απόσβεση των αρχικών επενδύσεων.
Ιδιαίτερα προβληματική παραμένει, ωστόσο, η πρόσβαση των
νέων αγροτών στη χρηματοδότηση. Το τραπεζικό σύστημα αντιμετωπίζει συχνά τον
αγροτικό τομέα —και ιδίως τους νέους αγρότες— ως πεδίο υψηλού κινδύνου, με
αποτέλεσμα αυξημένα ποσοστά απόρριψης αιτήσεων δανειοδότησης. Στο πλαίσιο αυτό,
καθίσταται αναγκαία η ενεργότερη εμπλοκή του κράτους, τόσο μέσω της παροχής
εγγυήσεων για μέρος του δανειζόμενου κεφαλαίου (ενδεικτικά έως 50%), όσο και
μέσω της διαμόρφωσης ειδικών χρηματοδοτικών εργαλείων προσαρμοσμένων στις
ιδιαιτερότητες της αγροτικής δραστηριότητας.
Τα τραπεζικά προϊόντα οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη την
πραγματικότητα της αγροτικής παραγωγής, η οποία χαρακτηρίζεται από αβέβαιο και
εποχικό εισόδημα, υψηλή έκθεση σε κλιματικούς κινδύνους και έντονες
διακυμάνσεις στις τιμές των αγροτικών προϊόντων. Χωρίς ευέλικτους όρους
αποπληρωμής, περίοδους χάριτος και μηχανισμούς αντιστάθμισης κινδύνου, η
χρηματοδότηση παραμένει στην πράξη απρόσιτη για μεγάλο μέρος των νέων αγροτών.