Σελίδες

09 Φεβρουαρίου 2026

Συνταγματική αναθεώρηση και πρωτογενές πλεόνασμα

 

Η συνταγματική αναθεώρηση με σκοπό την επιβολή της υποχρέωσης κάθε κυβέρνησης να καταρτίζει και να εκτελεί κρατικό προϋπολογισμό με πρωτογενές πλεόνασμα συνιστά μια πολιτικά αναγκαία επιλογή. Η δημοσιονομική ανευθυνότητα δεν αποτελεί απλώς οικονομικό πρόβλημα, αλλά θεσμική παθογένεια που υπονομεύει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του κράτους και τη διαγενεακή δικαιοσύνη.

Οι εκλεγμένες κυβερνήσεις έχουν κίνητρο να αυξάνουν δαπάνες ή να μειώνουν φόρους βραχυπρόθεσμα για εκλογικό όφελος, μετακυλίοντας το κόστος στις μελλοντικές γενιές. Η συνταγματική κατοχύρωση πρωτογενούς πλεονάσματος ενισχύει τη δημοκρατική λογοδοσία, περιορίζοντας τον δημοσιονομικό λαϊκισμό και ενισχύοντας τη θεσμική αξιοπιστία του κράτους. θέτοντας σαφή όρια στην άσκηση εξουσίας.

Όταν οι κυβερνήσεις υποχρεούνται να χρηματοδοτούν τις πολιτικές τους εντός αυστηρού δημοσιονομικού πλαισίου, αναγκάζονται να ιεραρχούν προτεραιότητες, να αιτιολογούν τις επιλογές τους και να καθιστούν σαφές στους πολίτες το πραγματικό κόστος κάθε δημόσιας πολιτικής. Με τον τρόπο αυτό, αποτρέπεται η συστηματική χρηματοδότηση πολιτικών μέσω χρέους που δεν έχει εγκριθεί ρητά από το εκλογικό σώμα.

Η συσσώρευση δημόσιου χρέους συνιστά μορφή αναγκαστικής αναδιανομής πόρων από τις μελλοντικές γενιές προς τις παρούσες, χωρίς τη συναίνεσή τους. Ένα θεσμικό πλαίσιο που απαιτεί τη διατήρηση πρωτογενούς πλεονάσματος διασφαλίζει ότι κάθε γενιά αναλαμβάνει το κόστος των δημοσίων πολιτικών που επιλέγει, αποφεύγοντας τη μετακύλιση βαρών από τις παρούσες στις μελλοντικές γενιές, χωρίς τη συναίνεσή τους.

Η δημοσιονομική σταθερότητα που προκύπτει από τη συστηματική επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος μειώνει το κόστος δανεισμού του κράτους και δημιουργεί δημοσιονομικό χώρο για μεγαλύτερη ευελιξία όταν προκύπτουν εξωγενή σοκ, ακριβώς επειδή έχει αποφύγει τη χρόνια υπερχρέωση σε περιόδους κανονικότητας.

Γιάννης Κεφαλάς 

✍️ **Αρθρογράφος & Αναλυτής σε θέματα Δημόσιας Οικονομίας και Διοίκησης

01 Φεβρουαρίου 2026

Απο τα 6 στα 12 Ναυτικά μίλια

 

Εφόσον η Ελλάδα προχωρήσει στην άσκηση του κυριαρχικού της δικαιώματος και επεκτείνει το εύρος των χωρικών της υδάτων στα δώδεκα (12) ναυτικά μίλια, η γεωπολιτική και νομική πραγματικότητα στο Αιγαίο Πέλαγος θα μεταβληθεί ουσιωδώς. Συγκεκριμένα, περίπου το 70% της θαλάσσιας έκτασης του Αιγαίου θα υπαχθεί στην ελληνική κυριαρχία, γεγονός που θα περιορίσει δραστικά τον χώρο των διεθνών υδάτων και, κατ’ επέκταση, θα αποδυναμώσει ουσιαστικά το περιεχόμενο των τουρκικών διεκδικήσεων στην περιοχή.

Υπό το νέο αυτό καθεστώς, το δικαίωμα της ελεύθερης και αβλαβούς διέλευσης πλοίων τρίτων κρατών θα εξακολουθήσει να ισχύει, σύμφωνα με τις προβλέψεις του διεθνούς δικαίου της θάλασσας, και ειδικότερα της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας. Η άσκηση της ελληνικής κυριαρχίας δεν θα αναιρεί τη διεθνή ναυσιπλοΐα, αλλά θα την εντάσσει στο θεσμικό πλαίσιο που προβλέπεται για τα χωρικά ύδατα ενός παράκτιου κράτους.

Είναι ενδεικτικό ότι, υπό το ισχύον καθεστώς των έξι (6) ναυτικών μιλίων, σχεδόν το ήμισυ του Αιγαίου Πελάγους χαρακτηρίζεται ως διεθνή ύδατα. Αντιθέτως, με την επέκταση στα δώδεκα ναυτικά μίλια, το ποσοστό των διεθνών υδάτων θα περιοριζόταν περίπου στο 20%, μεταβάλλοντας ριζικά τη χωρική κατανομή κυριαρχίας και δικαιοδοσίας στην περιοχή.

Τα δυνητικά οφέλη για την Ελλάδα από την άσκηση αυτού του δικαιώματος είναι πολλαπλά —νομικά, πολιτικά, στρατηγικά και οικονομικά— και απορρέουν άμεσα από το διεθνές δίκαιο. Σημαντικό είναι ότι η εφαρμογή του μέτρου αυτού δεν προϋποθέτει τη συγκατάθεση της Τουρκίας, ούτε την υπογραφή διμερούς συμφωνίας ή την προσφυγή σε διαδικασία διαπραγμάτευσης, καθώς πρόκειται για μονομερώς ασκούμενο κυριαρχικό δικαίωμα κάθε παράκτιου κράτους.

Γιάννης Κεφαλάς 

✍️ **Αρθρογράφος & Αναλυτής σε θέματα Δημόσιας Οικονομίας και Διοίκησης

25 Ιανουαρίου 2026

Η χώρα μας δεν παράγει προϊόντα με υψηλή αξία

 

Η εγχώρια παραγωγική διάρθρωση χαρακτηρίζεται από περιορισμένη δημιουργία προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας, γεγονός που αποτυπώνεται στη διαχρονική ύπαρξη εμπορικού ελλείμματος, καθώς οι εισαγωγές υπερβαίνουν συστηματικά τις εξαγωγές. Η μέση ετήσια οικονομική μεγέθυνση της τάξης του 2,5% που καταγράφεται τα τελευταία έτη δεν φαίνεται να εδράζεται σε ουσιαστική ενίσχυση της παραγωγής ανταγωνιστικών αγαθών υψηλής οικονομικής αξίας, αλλά συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τη διοχέτευση χρηματοδοτικών πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας στην πραγματική οικονομία. Ως εκ τούτου, η παρατηρούμενη ανάπτυξη εμφανίζει χαρακτηριστικά συγκυριακού χαρακτήρα και όχι διαρθρωτικής αναβάθμισης της οικονομίας, με αποτέλεσμα να μην διασφαλίζεται η μακροπρόθεσμη ευημερία ούτε της εθνικής οικονομίας ούτε της χώρας συνολικά.

Γιάννης Κεφαλάς 

✍️ **Αρθρογράφος & Αναλυτής σε θέματα Δημόσιας Οικονομίας και Διοίκησης

18 Ιανουαρίου 2026

Η Ελλάδα δεν διαθέτει πλέον το εργαλείο της υποτίμησης του εθνικού νομίσματος

 

Το ζήτημα της σταθερής και «κλειδωμένης» ισοτιμίας του ευρώ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την ελληνική οικονομία, ιδίως μετά την απώλεια της δυνατότητας άσκησης ανεξάρτητης νομισματικής πολιτικής. Η υιοθέτηση του κοινού νομίσματος συνεπάγεται ότι η Ελλάδα δεν διαθέτει πλέον το εργαλείο της υποτίμησης του εθνικού νομίσματος, το οποίο παραδοσιακά χρησιμοποιούνταν για την ενίσχυση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας μέσω της τεχνητής μείωσης των τιμών των εγχώριων προϊόντων στις ξένες αγορές.

Για μια οικονομία όπως η ελληνική, η οποία επιδιώκει την αύξηση της εξαγωγικής της δραστηριότητας, η συναλλαγματική ισοτιμία αποτελεί καθοριστικό παράγοντα διαμόρφωσης της ανταγωνιστικότητας κόστους. Ένα ισχυρό ευρώ καθιστά τα ελληνικά προϊόντα ακριβότερα σε σχέση με εκείνα χωρών που διαθέτουν πιο αδύναμα νομίσματα, περιορίζοντας έτσι την εξωστρέφεια και τη διείσδυση σε διεθνείς αγορές. Συνεπώς, η απώλεια του εργαλείου της νομισματικής υποτίμησης δημιουργεί την ανάγκη αναζήτησης εναλλακτικών μηχανισμών ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνική οικονομία καλείται να αξιοποιήσει άλλες στρατηγικές προκειμένου να διατηρήσει ή και να ενισχύσει τη θέση της στο διεθνές περιβάλλον. Μία προσέγγιση είναι η μείωση του κόστους παραγωγής μέσω της συγκράτησης ή συμπίεσης των μισθών, ώστε να επιτευχθεί μείωση των τελικών τιμών των προϊόντων. Ωστόσο, αυτή η στρατηγική έχει κοινωνικές και αναπτυξιακές επιπτώσεις και δεν μπορεί να αποτελεί μακροπρόθεσμη λύση.

Μια περισσότερο βιώσιμη και αναπτυξιακή κατεύθυνση είναι η ενίσχυση της παραγωγικότητας. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω επενδύσεων σε τεχνολογικό εκσυγχρονισμό, καινοτομία, ψηφιοποίηση και αναβάθμιση των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού. Παράλληλα, η παροχή φθηνότερης ενέργειας στις επιχειρήσεις —μέσω ανανεώσιμων πηγών, βελτίωσης των υποδομών και μείωσης των ρυθμιστικών επιβαρύνσεων— μπορεί να μειώσει σημαντικά το κόστος παραγωγής.

Συνολικά, η απώλεια της δυνατότητας νομισματικής υποτίμησης καθιστά αναγκαία τη μετάβαση από ένα μοντέλο ανταγωνιστικότητας κόστους σε ένα μοντέλο ανταγωνιστικότητας ποιότητας, καινοτομίας και παραγωγικότητας. Η Ελλάδα οφείλει να αναπτύξει δομικές πολιτικές που θα μειώνουν το κόστος παραγωγής όχι μέσω μισθολογικής συμπίεσης, αλλά μέσω τεχνολογικής αναβάθμισης, ενεργειακής στρατηγικής και βελτίωσης της συνολικής αποτελεσματικότητας της οικονομίας.

Γιάννης Κεφαλάς 

✍️ **Αρθρογράφος & Αναλυτής σε θέματα Δημόσιας Οικονομίας και Διοίκησης

11 Ιανουαρίου 2026

«Δίκαιη τιμή για όλους: Η ανάγκη ανασυγκρότησης της αγροδιατροφικής αλυσίδας»

 

Η λειτουργία της αγροδιατροφικής αλυσίδας στη χώρα παρουσιάζει σημαντικές δομικές στρεβλώσεις, οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα τη δυσανάλογη αύξηση της τελικής τιμής των τροφίμων για τον καταναλωτή, χωρίς αντίστοιχο όφελος για τον πρωτογενή παραγωγό. Ενδεικτικά, ο αγρότης-παραγωγός αποκομίζει κατά μέσο όρο ποσοστό που σπανίως υπερβαίνει το 20% της τελικής τιμής που καταβάλλει ο καταναλωτής, γεγονός που καταδεικνύει ότι το μεγαλύτερο μέρος της προστιθέμενης αξίας απορροφάται από τους ενδιάμεσους κρίκους της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Η κατάσταση αυτή δεν επιβαρύνει μόνο το εισόδημα των παραγωγών, αλλά ταυτόχρονα μειώνει την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών και υπονομεύει τη συνολική αποτελεσματικότητα της αγοράς τροφίμων. Στο πλαίσιο αυτό, καθίσταται αναγκαία η στοχευμένη κρατική παρέμβαση με σκοπό τη διόρθωση των υφιστάμενων ανισορροπιών και τη διαμόρφωση ενός δικαιότερου και πιο διαφανούς συστήματος διακίνησης αγροτικών προϊόντων.

Κεντρικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια μπορεί να διαδραματίσει η ενίσχυση και η ουσιαστική ανασυγκρότηση των αγροτικών συνεταιρισμών, οι οποίοι μπορούν να λειτουργήσουν ως συλλογικοί φορείς διαπραγμάτευσης, μειώνοντας την εξάρτηση των παραγωγών από τους ενδιάμεσους εμπόρους και ασκώντας καθοδική πίεση στις τελικές τιμές. Παράλληλα, η ανάπτυξη καινοτόμων μοντέλων διάθεσης, όπως τα τοπικά δίκτυα παραγωγών–καταναλωτών και τα συστήματα απευθείας διάθεσης προϊόντων, μπορεί να συμβάλει στη συντόμευση της διαδρομής «από το χωράφι στο τραπέζι».

Η αξιοποίηση των ψηφιακών τεχνολογιών και της ηλεκτρονικής αγοράς, μέσω πλατφορμών άμεσης πώλησης και ομαδικών παραγγελιών, προσφέρει επιπλέον δυνατότητες για την παράκαμψη περιττών μεσαζόντων. Στόχος ενός τέτοιου πλαισίου πολιτικής δεν είναι απλώς η μείωση του κόστους για τον καταναλωτή, αλλά η δημιουργία ενός βιώσιμου αγροδιατροφικού συστήματος, στο οποίο ο παραγωγός θα αμείβεται δίκαια και ο καταναλωτής θα έχει πρόσβαση σε ποιοτικά τρόφιμα σε προσιτές τιμές.

Γιάννης Κεφαλάς 

✍️ **Αρθρογράφος & Αναλυτής σε θέματα Δημόσιας Οικονομίας και Διοίκησης

ΑΡΧΕΙΟΘΗΚΗ ΑΝΑΡΤΗΣΕΩΝ

Συνταγματική αναθεώρηση και πρωτογενές πλεόνασμα

  Η συνταγματική αναθεώρηση με σκοπό την επιβολή της υποχρέωσης κάθε κυβέρνησης να καταρτίζει και να εκτελεί κρατικό προϋπολογισμό με πρωτογ...