Σελίδες

23 Σεπτεμβρίου 2026

Η υιοθέτηση της πολιτικής της "ασύμμετρης ανταπόδοσης"

 

Η υιοθέτηση της πολιτικής της ασύμμετρης ανταπόδοσης αποτελεί, κατά την άποψή μου, αναγκαιότητα προκειμένου η χώρα μας να ανακτήσει την αποτρεπτική της αξιοπιστία, την αυτοπεποίθησή της και, πάνω απ’ όλα, την εθνική της αξιοπρέπεια.

Η λογική αυτής της πολιτικής είναι απλή: κάθε επιθετική ενέργεια δεν μπορεί να μένει χωρίς ουσιαστικό κόστος για εκείνον που την προκαλεί. Σε κάθε τουρκική πρόκληση ή επιθετική ενέργεια, η ελληνική απάντηση δεν θα πρέπει να είναι κατ’ ανάγκη συμμετρική ή περιορισμένη στο ίδιο πεδίο. Θα πρέπει να είναι στοχευμένη, αποφασιστική και τέτοιας έντασης ώστε το κόστος της επιθετικής επιλογής να υπερβαίνει κατά πολύ οποιοδήποτε πιθανό όφελος.

Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν θα πρέπει να αποδέχεται μια λογική «ελεγχόμενης κλιμάκωσης», όπου ο αντίπαλος επιλέγει τον τόπο και την ένταση της πρόκλησης και εμείς απλώς ακολουθούμε.

Για παράδειγμα, εάν εκδηλωθεί μια τουρκική απόπειρα κατάληψης ενός μικρού ελληνικού νησιού δηλαδή ένα τοπικό και περιορισμένο επεισόδιο τότε η ελληνική αντίδραση δεν θα πρέπει να εγκλωβιστεί αποκλειστικά στο συγκεκριμένο σημείο. Η αποτροπή προϋποθέτει την ικανότητα μιας ευρύτερης και αποφασιστικής ανταπόκρισης, η οποία θα καθιστά σαφές ότι μια περιορισμένη επίθεση εναντίον της Ελλάδας μπορεί να έχει δυσανάλογα υψηλό στρατηγικό κόστος για τον επιτιθέμενο.

Η ειρήνη δεν διασφαλίζεται με ευχές, αλλά με αξιόπιστη αποτροπή. Και αξιόπιστη αποτροπή σημαίνει ότι κάθε αντίπαλος γνωρίζει εκ των προτέρων πως μια επιθετική ενέργεια δεν θα του αποφέρει κέρδη χωρίς συνέπειες.

Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε να επαναληφθούν καταστάσεις όπου η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε τετελεσμένα και καλείται εκ των υστέρων να διαχειριστεί μια εθνική ήττα.


✍️ **Αρθρογράφος & Αναλυτής σε θέματα Δημόσιας Οικονομίας και Διοίκησης

09 Σεπτεμβρίου 2026

Η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν είναι αποκλειστικά «δεξιά» ή «αριστερή»

 Είναι εσφαλμένο να χαρακτηρίζεται η ελληνική εξωτερική πολιτική αποκλειστικά ως «δεξιά» ή «αριστερή», καθώς η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να αξιολογείται με όρους εσωτερικής κομματικής ιδεολογίας. Στο πεδίο των διεθνών σχέσεων, το θεμελιώδες κριτήριο άσκησης της εξωτερικής πολιτικής οφείλει να είναι το εθνικό συμφέρον.

Το βασικό ερώτημα, επομένως, είναι με ποιον τρόπο ένα κράτος μπορεί να διασφαλίσει την επιβίωση και την ασφάλειά του μέσα σε ένα διεθνές σύστημα που χαρακτηρίζεται από αναρχία, καθώς και πώς μπορεί να ενισχύσει τη σχετική του ισχύ, ανεξάρτητα από ιδεολογικές αφετηρίες. Οι επιλογές στην εξωτερική πολιτική δεν είναι άνευ συνεπειών· μια λανθασμένη στρατηγική απόφαση μπορεί να προκαλέσει σημαντικές επιπτώσεις όχι μόνο στο διεθνές κύρος και στη θέση της χώρας, αλλά και στην εσωτερική της σταθερότητα και ευημερία.

Για τον λόγο αυτό, οι φορείς που είναι επιφορτισμένοι με τη λήψη αποφάσεων στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής οφείλουν να θέτουν ως πρωταρχικό κριτήριο το εθνικό συμφέρον και τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια του κράτους, αποφεύγοντας την υπαγωγή των στρατηγικών επιλογών σε στενά κομματικά ή ιδεολογικά κίνητρα.


✍️ **Αρθρογράφος & Αναλυτής σε θέματα Δημόσιας Οικονομίας και Διοίκησης

04 Σεπτεμβρίου 2026

Είναι πραγματική η μείωση του χρέους;

 Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για τη μείωση του χρέους της χώρας και αυτό το παρουσιάζει ως μεγάλη οικονομική επιτυχία. Όμως, η πραγματική εικόνα είναι πιο σύνθετη.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, ο δείκτης του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώθηκε κατά 8 μονάδες, ενώ το ίδιο το ονομαστικό ύψος του χρέους μειώθηκε μόλις κατά περίπου 2 δισ. ευρώ.

Με άλλα λόγια, σημαντικό μέρος της μείωσης του λόγου χρέους προς ΑΕΠ δεν προέρχεται από μια αντίστοιχα μεγάλη μείωση του ίδιου του χρέους, αλλά από την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ.

Αυτό από μόνο του δεν σημαίνει ότι αυξάνεται πράγματι η ευημερία του μέσου Έλληνα;

Η αύξηση του ΑΕΠ από μόνη της δεν σημαίνει απαραίτητα βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Το ΑΕΠ αυξάνεται από τις υψηλές τιμές, βαριά φορολογία και μειωμένες δημόσιες δαπάνες,

Η πραγματική επιτυχία μιας οικονομικής πολιτικής δεν μετριέται μόνο με αριθμούς και ποσοστά. Μετριέται κυρίως από το αν βελτιώνεται η καθημερινότητα, το διαθέσιμο εισόδημα και η ποιότητα ζωής των πολιτών.


✍️ **Αρθρογράφος & Αναλυτής σε θέματα Δημόσιας Οικονομίας και Διοίκησης

31 Αυγούστου 2026

Η αποτελεσματικότητα του ισχύοντος ποινικού συστήματος

 

Η εγκληματικότητα στην Ελλάδα αποτελεί ένα σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο που, σύμφωνα με αρκετές εκτιμήσεις, παρουσιάζει αυξητικές τάσεις και προκαλεί έντονη ανησυχία στην κοινή γνώμη. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν τα περιστατικά σοβαρής βίας, συμπεριλαμβανομένων εγκλημάτων με θύματα νέους ανθρώπους, καθώς και η δράση οργανωμένων εγκληματικών ομάδων σε διάφορους τομείς της οικονομικής και κοινωνικής ζωής.

Υπό αυτές τις συνθήκες, διατυπώνεται ο προβληματισμός σχετικά με την αποτελεσματικότητα του ισχύοντος ποινικού συστήματος ως προς την πρόληψη και την καταστολή της εγκληματικότητας. Ειδικότερα, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, το ύψος και η φύση των ποινών, καθώς και ο τρόπος έκτισής τους, επιτυγχάνουν τους βασικούς σκοπούς της ποινικής δικαιοσύνης, δηλαδή την αποτροπή της εγκληματικής συμπεριφοράς, τον σωφρονισμό των δραστών και την προστασία της κοινωνίας.

Για τον λόγο αυτό, αρκετοί υποστηρίζουν ότι απαιτείται μια συνολική επανεξέταση της ποινικής πολιτικής και της λειτουργίας του σωφρονιστικού συστήματος. Η αναμόρφωση αυτή θα πρέπει να βασίζεται σε τεκμηριωμένες μελέτες και διεθνείς καλές πρακτικές, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι ποινές είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και συμβάλλουν τόσο στη μείωση της υποτροπής όσο και στην ενίσχυση του αισθήματος ασφάλειας των πολιτών. Συνεπώς, οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις οφείλουν να είναι ουσιαστικές και καινοτόμες, με στόχο την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της εγκληματικότητας, χωρίς να παραγνωρίζονται οι αρχές του κράτους δικαίου και ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων.


✍️ **Αρθρογράφος & Αναλυτής σε θέματα Δημόσιας Οικονομίας και Διοίκησης

23 Αυγούστου 2026

Απολιγνιτοποίηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση

 

Η Ελλάδα περιόρισε σημαντικά τη συμμετοχή του λιγνίτη στο ενεργειακό μίγμα ηλεκτροπαραγωγής, υποκαθιστώντας τον σε μεγάλο βαθμό με εισαγόμενο φυσικό αέριο, το οποίο χαρακτηρίζεται από υψηλό και ευμετάβλητο κόστος. Υπό την παραδοχή ότι το ενεργειακό μίγμα θα βασιζόταν αποκλειστικά στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) και στον λιγνίτη, χωρίς τη συμμετοχή του φυσικού αερίου, εκτιμάται ότι το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας θα μπορούσε να είναι χαμηλότερο σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα, γεγονός που θα αντανακλούσε και σε χαμηλότερες τιμές για τους καταναλωτές.

Ωστόσο, η αξιοποίηση του λιγνίτη περιορίζεται ουσιαστικά από το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο για την κλιματική αλλαγή. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (EU ETS), επιβάλλει υψηλό κόστος στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, αυξάνοντας σημαντικά το κόστος λειτουργίας των λιγνιτικών μονάδων. Η πολιτική αυτή εντάσσεται στη στρατηγική της ΕΕ για την επίτευξη των στόχων της Πράσινης Συμφωνίας και τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος.

Από την άλλη πλευρά, διατυπώνεται η άποψη ότι η αποτελεσματικότητα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορίζεται από το γεγονός ότι μεγάλες οικονομίες, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα, η Ινδία και η Ρωσία, εξακολουθούν να παράγουν σημαντικά υψηλότερες συνολικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, χωρίς να υπόκεινται σε αντίστοιχους περιορισμούς ή επιβαρύνσεις. Υπό αυτό το πρίσμα, υποστηρίζεται ότι η αυστηρή απολιγνιτοποίηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ενδέχεται να οδηγεί σε αύξηση του κόστους ηλεκτροπαραγωγής, με συνέπειες τόσο για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας όσο και για το διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών, χωρίς να επιφέρει αντίστοιχα σημαντική μείωση των παγκόσμιων εκπομπών.


✍️ **Αρθρογράφος & Αναλυτής σε θέματα Δημόσιας Οικονομίας και Διοίκησης

ΑΡΧΕΙΟΘΗΚΗ ΑΝΑΡΤΗΣΕΩΝ

Η υιοθέτηση της πολιτικής της "ασύμμετρης ανταπόδοσης"

  Η υιοθέτηση της πολιτικής της  ασύμμετρης ανταπόδοσης αποτελεί, κατά την άποψή μου, αναγκαιότητα προκειμένου η χώρα μας να ανακτήσει την ...