Σελίδες

25 Ιανουαρίου 2026

Η χώρα μας δεν παράγει προϊόντα με υψηλή αξία

 

Η εγχώρια παραγωγική διάρθρωση χαρακτηρίζεται από περιορισμένη δημιουργία προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας, γεγονός που αποτυπώνεται στη διαχρονική ύπαρξη εμπορικού ελλείμματος, καθώς οι εισαγωγές υπερβαίνουν συστηματικά τις εξαγωγές. Η μέση ετήσια οικονομική μεγέθυνση της τάξης του 2,5% που καταγράφεται τα τελευταία έτη δεν φαίνεται να εδράζεται σε ουσιαστική ενίσχυση της παραγωγής ανταγωνιστικών αγαθών υψηλής οικονομικής αξίας, αλλά συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τη διοχέτευση χρηματοδοτικών πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας στην πραγματική οικονομία. Ως εκ τούτου, η παρατηρούμενη ανάπτυξη εμφανίζει χαρακτηριστικά συγκυριακού χαρακτήρα και όχι διαρθρωτικής αναβάθμισης της οικονομίας, με αποτέλεσμα να μην διασφαλίζεται η μακροπρόθεσμη ευημερία ούτε της εθνικής οικονομίας ούτε της χώρας συνολικά.

Γιάννης Κεφαλάς 

✍️ **Αρθρογράφος & Αναλυτής σε θέματα Δημόσιας Οικονομίας και Διοίκησης

18 Ιανουαρίου 2026

Η Ελλάδα δεν διαθέτει πλέον το εργαλείο της υποτίμησης του εθνικού νομίσματος

 

Το ζήτημα της σταθερής και «κλειδωμένης» ισοτιμίας του ευρώ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την ελληνική οικονομία, ιδίως μετά την απώλεια της δυνατότητας άσκησης ανεξάρτητης νομισματικής πολιτικής. Η υιοθέτηση του κοινού νομίσματος συνεπάγεται ότι η Ελλάδα δεν διαθέτει πλέον το εργαλείο της υποτίμησης του εθνικού νομίσματος, το οποίο παραδοσιακά χρησιμοποιούνταν για την ενίσχυση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας μέσω της τεχνητής μείωσης των τιμών των εγχώριων προϊόντων στις ξένες αγορές.

Για μια οικονομία όπως η ελληνική, η οποία επιδιώκει την αύξηση της εξαγωγικής της δραστηριότητας, η συναλλαγματική ισοτιμία αποτελεί καθοριστικό παράγοντα διαμόρφωσης της ανταγωνιστικότητας κόστους. Ένα ισχυρό ευρώ καθιστά τα ελληνικά προϊόντα ακριβότερα σε σχέση με εκείνα χωρών που διαθέτουν πιο αδύναμα νομίσματα, περιορίζοντας έτσι την εξωστρέφεια και τη διείσδυση σε διεθνείς αγορές. Συνεπώς, η απώλεια του εργαλείου της νομισματικής υποτίμησης δημιουργεί την ανάγκη αναζήτησης εναλλακτικών μηχανισμών ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνική οικονομία καλείται να αξιοποιήσει άλλες στρατηγικές προκειμένου να διατηρήσει ή και να ενισχύσει τη θέση της στο διεθνές περιβάλλον. Μία προσέγγιση είναι η μείωση του κόστους παραγωγής μέσω της συγκράτησης ή συμπίεσης των μισθών, ώστε να επιτευχθεί μείωση των τελικών τιμών των προϊόντων. Ωστόσο, αυτή η στρατηγική έχει κοινωνικές και αναπτυξιακές επιπτώσεις και δεν μπορεί να αποτελεί μακροπρόθεσμη λύση.

Μια περισσότερο βιώσιμη και αναπτυξιακή κατεύθυνση είναι η ενίσχυση της παραγωγικότητας. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω επενδύσεων σε τεχνολογικό εκσυγχρονισμό, καινοτομία, ψηφιοποίηση και αναβάθμιση των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού. Παράλληλα, η παροχή φθηνότερης ενέργειας στις επιχειρήσεις —μέσω ανανεώσιμων πηγών, βελτίωσης των υποδομών και μείωσης των ρυθμιστικών επιβαρύνσεων— μπορεί να μειώσει σημαντικά το κόστος παραγωγής.

Συνολικά, η απώλεια της δυνατότητας νομισματικής υποτίμησης καθιστά αναγκαία τη μετάβαση από ένα μοντέλο ανταγωνιστικότητας κόστους σε ένα μοντέλο ανταγωνιστικότητας ποιότητας, καινοτομίας και παραγωγικότητας. Η Ελλάδα οφείλει να αναπτύξει δομικές πολιτικές που θα μειώνουν το κόστος παραγωγής όχι μέσω μισθολογικής συμπίεσης, αλλά μέσω τεχνολογικής αναβάθμισης, ενεργειακής στρατηγικής και βελτίωσης της συνολικής αποτελεσματικότητας της οικονομίας.

Γιάννης Κεφαλάς 

✍️ **Αρθρογράφος & Αναλυτής σε θέματα Δημόσιας Οικονομίας και Διοίκησης

11 Ιανουαρίου 2026

«Δίκαιη τιμή για όλους: Η ανάγκη ανασυγκρότησης της αγροδιατροφικής αλυσίδας»

 

Η λειτουργία της αγροδιατροφικής αλυσίδας στη χώρα παρουσιάζει σημαντικές δομικές στρεβλώσεις, οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα τη δυσανάλογη αύξηση της τελικής τιμής των τροφίμων για τον καταναλωτή, χωρίς αντίστοιχο όφελος για τον πρωτογενή παραγωγό. Ενδεικτικά, ο αγρότης-παραγωγός αποκομίζει κατά μέσο όρο ποσοστό που σπανίως υπερβαίνει το 20% της τελικής τιμής που καταβάλλει ο καταναλωτής, γεγονός που καταδεικνύει ότι το μεγαλύτερο μέρος της προστιθέμενης αξίας απορροφάται από τους ενδιάμεσους κρίκους της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Η κατάσταση αυτή δεν επιβαρύνει μόνο το εισόδημα των παραγωγών, αλλά ταυτόχρονα μειώνει την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών και υπονομεύει τη συνολική αποτελεσματικότητα της αγοράς τροφίμων. Στο πλαίσιο αυτό, καθίσταται αναγκαία η στοχευμένη κρατική παρέμβαση με σκοπό τη διόρθωση των υφιστάμενων ανισορροπιών και τη διαμόρφωση ενός δικαιότερου και πιο διαφανούς συστήματος διακίνησης αγροτικών προϊόντων.

Κεντρικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια μπορεί να διαδραματίσει η ενίσχυση και η ουσιαστική ανασυγκρότηση των αγροτικών συνεταιρισμών, οι οποίοι μπορούν να λειτουργήσουν ως συλλογικοί φορείς διαπραγμάτευσης, μειώνοντας την εξάρτηση των παραγωγών από τους ενδιάμεσους εμπόρους και ασκώντας καθοδική πίεση στις τελικές τιμές. Παράλληλα, η ανάπτυξη καινοτόμων μοντέλων διάθεσης, όπως τα τοπικά δίκτυα παραγωγών–καταναλωτών και τα συστήματα απευθείας διάθεσης προϊόντων, μπορεί να συμβάλει στη συντόμευση της διαδρομής «από το χωράφι στο τραπέζι».

Η αξιοποίηση των ψηφιακών τεχνολογιών και της ηλεκτρονικής αγοράς, μέσω πλατφορμών άμεσης πώλησης και ομαδικών παραγγελιών, προσφέρει επιπλέον δυνατότητες για την παράκαμψη περιττών μεσαζόντων. Στόχος ενός τέτοιου πλαισίου πολιτικής δεν είναι απλώς η μείωση του κόστους για τον καταναλωτή, αλλά η δημιουργία ενός βιώσιμου αγροδιατροφικού συστήματος, στο οποίο ο παραγωγός θα αμείβεται δίκαια και ο καταναλωτής θα έχει πρόσβαση σε ποιοτικά τρόφιμα σε προσιτές τιμές.

Γιάννης Κεφαλάς 

✍️ **Αρθρογράφος & Αναλυτής σε θέματα Δημόσιας Οικονομίας και Διοίκησης

06 Ιανουαρίου 2026

«Γιατί η Ελλάδα χρειάζεται νέους αγρότες και πώς μπορεί να τους προσελκύσει»

 Ο αγροτικός πληθυσμός στη χώρα μας χαρακτηρίζεται διαχρονικά από έντονη δημογραφική γήρανση, γεγονός που συνιστά μία από τις σημαντικότερες διαρθρωτικές αδυναμίες του πρωτογενούς τομέα. Η έλλειψη ανανέωσης των γενεών δεν απειλεί μόνο τη βιωσιμότητα της αγροτικής παραγωγής, αλλά και την επισιτιστική ασφάλεια, τη διατήρηση της υπαίθρου και την ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη. Καθίσταται, επομένως, επιτακτική η ανάγκη διαμόρφωσης ενός ολοκληρωμένου πλαισίου πολιτικών που θα καταστήσει την αγροτική δραστηριότητα ελκυστική και βιώσιμη επιλογή για τους νέους.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν απαιτείται η προσέλκυση νέων στον αγροτικό τομέα, αλλά πώς αυτή μπορεί να επιτευχθεί με ρεαλιστικό και αποτελεσματικό τρόπο. Κεντρικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια διαδραματίζουν τα οικονομικά κίνητρα, τα οποία μπορούν να δοθούν είτε μέσω του εθνικού προϋπολογισμού είτε μέσω ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων. Η ενισχυμένη εισοδηματική στήριξη για νέους αγρότες, σε συνδυασμό με στοχευμένες επιδοτήσεις επενδύσεων εκκίνησης, μπορεί να λειτουργήσει ως βασικός μηχανισμός μείωσης του αρχικού ρίσκου και ενθάρρυνσης της επιχειρηματικής δραστηριότητας στον πρωτογενή τομέα.

Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία έχει η πρόσβαση των νέων αγροτών σε παραγωγικούς συντελεστές, και ειδικότερα στη γη. Η αξιοποίηση δημόσιας αγροτικής γης, μέσω μακροχρόνιας μίσθωσης με συμβολικό ή χαμηλό αντίτιμο, θα μπορούσε να αποτελέσει ουσιαστικό εργαλείο διευκόλυνσης της εισόδου νέων ανθρώπων στην αγροτική παραγωγή, μειώνοντας σημαντικά το κόστος εγκατάστασης και επιτρέποντας την ταχύτερη απόσβεση των αρχικών επενδύσεων.

Ιδιαίτερα προβληματική παραμένει, ωστόσο, η πρόσβαση των νέων αγροτών στη χρηματοδότηση. Το τραπεζικό σύστημα αντιμετωπίζει συχνά τον αγροτικό τομέα —και ιδίως τους νέους αγρότες— ως πεδίο υψηλού κινδύνου, με αποτέλεσμα αυξημένα ποσοστά απόρριψης αιτήσεων δανειοδότησης. Στο πλαίσιο αυτό, καθίσταται αναγκαία η ενεργότερη εμπλοκή του κράτους, τόσο μέσω της παροχής εγγυήσεων για μέρος του δανειζόμενου κεφαλαίου (ενδεικτικά έως 50%), όσο και μέσω της διαμόρφωσης ειδικών χρηματοδοτικών εργαλείων προσαρμοσμένων στις ιδιαιτερότητες της αγροτικής δραστηριότητας.

Τα τραπεζικά προϊόντα οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη την πραγματικότητα της αγροτικής παραγωγής, η οποία χαρακτηρίζεται από αβέβαιο και εποχικό εισόδημα, υψηλή έκθεση σε κλιματικούς κινδύνους και έντονες διακυμάνσεις στις τιμές των αγροτικών προϊόντων. Χωρίς ευέλικτους όρους αποπληρωμής, περίοδους χάριτος και μηχανισμούς αντιστάθμισης κινδύνου, η χρηματοδότηση παραμένει στην πράξη απρόσιτη για μεγάλο μέρος των νέων αγροτών.

Συμπερασματικά, η ανανέωση του αγροτικού πληθυσμού δεν μπορεί να επιτευχθεί με αποσπασματικά μέτρα ή μεμονωμένες επιδοτήσεις. Απαιτείται μια συνεκτική και μακροπρόθεσμη στρατηγική που θα συνδυάζει εισοδηματική στήριξη, πρόσβαση σε γη και χρηματοδότηση, καθώς και θεσμικές παρεμβάσεις που θα μειώνουν την αβεβαιότητα και το ρίσκο της αγροτικής δραστηριότητας. Μόνο υπό αυτές τις προϋποθέσεις μπορεί ο πρωτογενής τομέας να αποτελέσει μια πραγματικά ελκυστική επαγγελματική επιλογή για τη νέα γενιά.

Γιάννης Κεφαλάς 

✍️ **Αρθρογράφος & Αναλυτής σε θέματα Δημόσιας Οικονομίας και Διοίκησης

04 Ιανουαρίου 2026

Ο ρόλος των αλλοδαπών κατοίκων στην ελληνική οικονομία και η σημασία των υποστηρικτικών δομών


Η παρουσία αλλοδαπών κατοίκων που επιλέγουν να ζήσουν μόνιμα ή προσωρινά στην Ελλάδα συνιστά έναν αναδυόμενο και πολυδιάστατο παράγοντα οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης. Η συγκεκριμένη κατηγορία πληθυσμού περιλαμβάνει τόσο επαγγελματίες που εργάζονται εντός της χώρας, όσο και άτομα που απασχολούνται εξ αποστάσεως (remote workers) για επιχειρήσεις του εξωτερικού, αξιοποιώντας την ψηφιακή συνδεσιμότητα και το ευνοϊκό κλίμα διαβίωσης.

Αυτοί οι κάτοικοι, γνωστοί διεθνώς και ως “digital nomads” ή διεθνείς επαγγελματίες υψηλής κινητικότητας, ασκούν πολλαπλασιαστική επίδραση στην εθνική οικονομία μέσω της κατανάλωσης αγαθών και υπηρεσιών. Οι δαπάνες τους αφορούν ένα ευρύ φάσμα τομέων, από τη στέγαση και την εστίαση έως την υγεία, τις μεταφορές, την εκπαίδευση και τον πολιτισμό. Η κατανάλωσή τους λειτουργεί ενισχυτικά για την τοπική οικονομία, δημιουργώντας δευτερογενή εισοδήματα και νέες θέσεις εργασίας σε κλάδους υψηλής έντασης υπηρεσιών.

Πέραν της άμεσης οικονομικής τους συμβολής, οι αλλοδαποί κάτοικοι συμβάλλουν στη μεταφορά γνώσης, δεξιοτήτων και πολιτισμικού κεφαλαίου, ενισχύοντας την εξωστρέφεια και τη διεθνή δικτύωση της ελληνικής κοινωνίας. Η εγκατάστασή τους σε αστικά κέντρα, νησιωτικές ή αγροτικές περιοχές μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός τοπικής ανάπτυξης, περιορίζοντας φαινόμενα πληθυσμιακής συρρίκνωσης και ενισχύοντας τη ζήτηση για νέες υπηρεσίες και υποδομές.

Ωστόσο, η ένταξη και διατήρηση αυτών των πληθυσμών προϋποθέτει την ύπαρξη κατάλληλων θεσμικών και εκπαιδευτικών υποδομών. Ένα από τα βασικά προβλήματα που αναδεικνύονται διεθνώς αφορά την πρόσβαση των αλλοδαπών οικογενειών σε ποιοτική και αναγνωρισμένη εκπαίδευση για τα παιδιά τους. Η ίδρυση και λειτουργία ξενόγλωσσων – ιδίως αγγλόφωνων – σχολείων στην Ελλάδα θα μπορούσε να αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα για την προσέλκυση και διατήρηση υψηλής ποιότητας ανθρώπινου δυναμικού.

Η ύπαρξη τέτοιων σχολικών δομών, σε συνδυασμό με ένα σταθερό φορολογικό και θεσμικό πλαίσιο, θα καθιστούσε τη χώρα ελκυστικό προορισμό για αλλοδαπούς επαγγελματίες και επενδυτές, ενισχύοντας το ανθρώπινο κεφάλαιο και την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Επιπλέον, η πολιτισμική αλληλεπίδραση που προκύπτει από την παρουσία διεθνών κοινοτήτων συμβάλλει στη διαφοροποίηση και διεθνοποίηση της κοινωνικής και οικονομικής ζωής, προωθώντας ένα πιο ανοιχτό και δυναμικό μοντέλο ανάπτυξης

Εν κατακλείδι η προσέλκυση αλλοδαπών κατοίκων και επαγγελματιών δεν αποτελεί απλώς δημογραφικό ή τουριστικό φαινόμενο, αλλά στρατηγική επιλογή οικονομικής πολιτικής. Η δημιουργία ενός φιλικού θεσμικού περιβάλλοντος, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη διεθνών εκπαιδευτικών και κοινωνικών υποδομών, μπορεί να ενισχύσει σημαντικά την ανθεκτικότητα, την καινοτομία και την εξωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον.

Γιάννης Κεφαλάς 

✍️ **Αρθρογράφος & Αναλυτής σε θέματα Δημόσιας Οικονομίας και Διοίκησης

ΑΡΧΕΙΟΘΗΚΗ ΑΝΑΡΤΗΣΕΩΝ

Η πολιτική δεν είναι ρουσφέτι, είναι για το δημόσιο συμφέρον και τη διαφάνεια

  Υπάρχουν βουλευτές που υποστηρίζουν ότι δεν είναι αδίκημα ή παράπτωμα να βοηθούν, μέσω «ρουσφετιού», έναν ψηφοφόρο που έχει ανάγκη. Όμως...