Η παρουσία αλλοδαπών
κατοίκων που επιλέγουν να ζήσουν μόνιμα ή προσωρινά στην Ελλάδα συνιστά έναν αναδυόμενο
και πολυδιάστατο παράγοντα οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης. Η
συγκεκριμένη κατηγορία πληθυσμού περιλαμβάνει τόσο επαγγελματίες που
εργάζονται εντός της χώρας, όσο και άτομα που απασχολούνται εξ
αποστάσεως (remote workers) για επιχειρήσεις του εξωτερικού, αξιοποιώντας
την ψηφιακή συνδεσιμότητα και το ευνοϊκό κλίμα διαβίωσης.
Αυτοί οι κάτοικοι, γνωστοί
διεθνώς και ως “digital nomads” ή διεθνείς επαγγελματίες υψηλής
κινητικότητας, ασκούν πολλαπλασιαστική επίδραση στην εθνική οικονομία
μέσω της κατανάλωσης αγαθών και υπηρεσιών. Οι δαπάνες τους αφορούν ένα ευρύ
φάσμα τομέων, από τη στέγαση και την εστίαση έως την υγεία, τις μεταφορές, την
εκπαίδευση και τον πολιτισμό. Η κατανάλωσή τους λειτουργεί ενισχυτικά
για την τοπική οικονομία, δημιουργώντας δευτερογενή εισοδήματα και νέες
θέσεις εργασίας σε κλάδους υψηλής έντασης υπηρεσιών.
Πέραν της άμεσης οικονομικής
τους συμβολής, οι αλλοδαποί κάτοικοι συμβάλλουν στη μεταφορά γνώσης,
δεξιοτήτων και πολιτισμικού κεφαλαίου, ενισχύοντας την εξωστρέφεια και
τη διεθνή δικτύωση της ελληνικής κοινωνίας. Η εγκατάστασή τους σε αστικά
κέντρα, νησιωτικές ή αγροτικές περιοχές μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός
τοπικής ανάπτυξης, περιορίζοντας φαινόμενα πληθυσμιακής συρρίκνωσης και
ενισχύοντας τη ζήτηση για νέες υπηρεσίες και υποδομές.
Ωστόσο, η ένταξη και
διατήρηση αυτών των πληθυσμών προϋποθέτει την ύπαρξη κατάλληλων θεσμικών
και εκπαιδευτικών υποδομών. Ένα από τα βασικά προβλήματα που αναδεικνύονται
διεθνώς αφορά την πρόσβαση των αλλοδαπών οικογενειών σε ποιοτική και
αναγνωρισμένη εκπαίδευση για τα παιδιά τους. Η ίδρυση και λειτουργία
ξενόγλωσσων – ιδίως αγγλόφωνων – σχολείων στην Ελλάδα θα μπορούσε να
αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα για την προσέλκυση και διατήρηση υψηλής
ποιότητας ανθρώπινου δυναμικού.
Η ύπαρξη τέτοιων σχολικών δομών, σε συνδυασμό με ένα σταθερό φορολογικό και θεσμικό πλαίσιο, θα καθιστούσε τη χώρα ελκυστικό προορισμό για αλλοδαπούς επαγγελματίες και επενδυτές, ενισχύοντας το ανθρώπινο κεφάλαιο και την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Επιπλέον, η πολιτισμική αλληλεπίδραση που προκύπτει από την παρουσία διεθνών κοινοτήτων συμβάλλει στη διαφοροποίηση και διεθνοποίηση της κοινωνικής και οικονομικής ζωής, προωθώντας ένα πιο ανοιχτό και δυναμικό μοντέλο ανάπτυξης.
Εν κατακλείδι η προσέλκυση αλλοδαπών κατοίκων και επαγγελματιών δεν αποτελεί απλώς δημογραφικό ή τουριστικό φαινόμενο, αλλά στρατηγική επιλογή οικονομικής πολιτικής. Η δημιουργία ενός φιλικού θεσμικού περιβάλλοντος, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη διεθνών εκπαιδευτικών και κοινωνικών υποδομών, μπορεί να ενισχύσει σημαντικά την ανθεκτικότητα, την καινοτομία και την εξωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον.
✍️ **Αρθρογράφος & Αναλυτής σε θέματα Δημόσιας Οικονομίας και Διοίκησης
https://www.facebook.com/share/r/17iA2i3SX1/
ΑπάντησηΔιαγραφήΔυστυχώς ορισμένες εθνότητες που συνδυάζουν κάποια θρησκευτικά χαρακτηριστικά με τυφλό φανατισμό ( μουσουλμάνοι) δεν πρόκειται ποτέ να ενταχθούν σε μια δυτική χώρα όσο και αν αφελώς το προσπάθησαν και το προσπαθούν ( θα το έλεγες και αποπειρα αυτοκτονίας της ΕΕ )στην Ευρωπαϊκή Ένωση.