Η χώρα μας επιδιώκει να προσελκύσει ξένα επενδυτικά κεφάλαια και να ενισχύσει την οικονομική της ανάπτυξη μέσω της υλοποίησης σημαντικών επενδύσεων. Ωστόσο, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο ένας σοβαρός επενδυτής θα αποφασίσει να προχωρήσει σε μια μεγάλης κλίμακας επένδυση όταν εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικά διαρθρωτικά προβλήματα που λειτουργούν ως ανασταλτικοί παράγοντες.
Ένας επενδυτής είναι πιθανό να αντιμετωπίσει αβεβαιότητα ως προς τη λειτουργία του δικαστικού συστήματος, τόσο αναφορικά με την αμεροληψία και την ανεξαρτησία των αποφάσεών του όσο και ως προς τον χρόνο απονομής της δικαιοσύνης. Παράλληλα, ενδέχεται να διαπιστώσει ελλείψεις στις δημόσιες υποδομές, προβλήματα κακής νομοθέτησης και συχνές μεταβολές του θεσμικού πλαισίου, στοιχεία που υπονομεύουν την προβλεψιμότητα και την ασφάλεια των επενδύσεων. Επιπλέον, η επιφυλακτική ή ακόμη και αρνητική στάση ορισμένων πολιτικών δυνάμεων απέναντι στην ιδιωτική πρωτοβουλία δημιουργεί πρόσθετους λόγους ανησυχίας. Τέλος, σε ορισμένους κλάδους της οικονομίας παρατηρούνται συνθήκες περιορισμένου ανταγωνισμού ή έντονης συγκέντρωσης της αγοράς, γεγονός που δυσχεραίνει την είσοδο και τη βιωσιμότητα νέων επιχειρηματικών σχημάτων.
Η αντιμετώπιση των παραπάνω ζητημάτων προϋποθέτει την υιοθέτηση μόνιμων και θεσμικά κατοχυρωμένων μεταρρυθμίσεων, οι οποίες θα διατηρούνται ανεξάρτητα από τις εναλλαγές των κυβερνήσεων. Μόνο μέσα από ένα σταθερό, αξιόπιστο και προβλέψιμο περιβάλλον μπορεί να μειωθεί το επενδυτικό ρίσκο και να καταστεί η χώρα μας πραγματικά ελκυστικός προορισμός για ξένες άμεσες επενδύσεις.
✍️ **Αρθρογράφος & Αναλυτής σε θέματα Δημόσιας Οικονομίας και Διοίκησης