Η Ελλάδα περιόρισε σημαντικά τη συμμετοχή του λιγνίτη στο ενεργειακό μίγμα ηλεκτροπαραγωγής, υποκαθιστώντας τον σε μεγάλο βαθμό με εισαγόμενο φυσικό αέριο, το οποίο χαρακτηρίζεται από υψηλό και ευμετάβλητο κόστος. Υπό την παραδοχή ότι το ενεργειακό μίγμα θα βασιζόταν αποκλειστικά στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) και στον λιγνίτη, χωρίς τη συμμετοχή του φυσικού αερίου, εκτιμάται ότι το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας θα μπορούσε να είναι χαμηλότερο σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα, γεγονός που θα αντανακλούσε και σε χαμηλότερες τιμές για τους καταναλωτές.
Ωστόσο, η αξιοποίηση του λιγνίτη περιορίζεται ουσιαστικά από το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο για την κλιματική αλλαγή. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (EU ETS), επιβάλλει υψηλό κόστος στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, αυξάνοντας σημαντικά το κόστος λειτουργίας των λιγνιτικών μονάδων. Η πολιτική αυτή εντάσσεται στη στρατηγική της ΕΕ για την επίτευξη των στόχων της Πράσινης Συμφωνίας και τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος.
Από την άλλη πλευρά, διατυπώνεται η άποψη ότι η αποτελεσματικότητα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορίζεται από το γεγονός ότι μεγάλες οικονομίες, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα, η Ινδία και η Ρωσία, εξακολουθούν να παράγουν σημαντικά υψηλότερες συνολικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, χωρίς να υπόκεινται σε αντίστοιχους περιορισμούς ή επιβαρύνσεις. Υπό αυτό το πρίσμα, υποστηρίζεται ότι η αυστηρή απολιγνιτοποίηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ενδέχεται να οδηγεί σε αύξηση του κόστους ηλεκτροπαραγωγής, με συνέπειες τόσο για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας όσο και για το διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών, χωρίς να επιφέρει αντίστοιχα σημαντική μείωση των παγκόσμιων εκπομπών.
✍️ **Αρθρογράφος & Αναλυτής σε θέματα Δημόσιας Οικονομίας και Διοίκησης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου